Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009
Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009
Ορνιθοσκαλίσματα: Η αλήθεια είναι πάντα αηδιαστική
ΠΟΛΙΤΗΣ - 15/11/2009, Σελίδα: 41
Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009
Κίνα: Αναζητώντας τις Ρίζες Μας
Το τι είναι πρώτιστα ενδιαφέρον στο άρθρο αυτό όμως δεν είναι καθ’αυτή η κίνηση του Πούτιν προς την Κίνα για να μάθει τα μυστικά διακυβέρνησης αλλά το γεγονός ότι ο καλός δημοσιογράφος των ΝΥΤ θεωρεί ότι εκείνο που ψάχνει ο Πούτιν είναι...το Κομμουνιστικό Κόμμα χωρίς αυτό που το κάνει κομουνιστικό, δηλαδή την κομουνιστική ιδεολογία του. Γιατί το βρίσκω ενδιαφέρον; Γιατί πολύ απλά ο δημοσιογράφος αγνοεί το ίδιο το παρελθόν των νυν φιλελεύθερων δημοκρατικών καπιταλιστικών χωρών, οι οποίες αποτελούν το βήμα από το οποίο κρίνει την σημερινή Κίνα. Τι εννοώ με αυτό;
Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ζίζεκ, η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο καπιταλισμός δεν ήταν ανέκαθεν ζευγάρι. Αν παρατηρήσουμε την ιστορία του καπιταλισμού αυτό που παρατηρούμε είναι ότι τον μεσαίωνα - όταν άρχισε να εμπεδώνεται - καμία Δυτική, Ευρωπαϊκή χώρα δεν ήταν ούτε έγινε άμεσα δημοκρατική. Αν κάποιος/α πάλιν αναφέρει την Ολλανδία αυτό που θα πρέπει παραδεχτεί είναι ότι ναι, υπήρχε το δικαίωμα ψήφου αλλά ήταν προνόμιο μόνο των προεστών που είχαν περιουσία. (Εδώ πάλι θα μπορούσαμε να δούμε και την Κύπρο ως παράδειγμα. Δημοκρατικές ελευθερίες όπως το δικαίωμα ψήφου, η συμμετοχή σε συντεχνίες με την έννοια που τις αντιλαμβανόμαστε τα τελευταία εκατό χρόνια, η ελευθεροτυπία κοκ δεν εμπεδώθηκαν έως και τον καιρό που αποκτήσαμε την ανεξαρτησία μας). Πιο σύγχρονα παραδείγματα που επιδεικνύουν την μη αναγκαία συμβατότητα του καπιταλισμού και της δημοκρατίας είναι οι χώρες όπως η Χιλή, το Μεξικό αλλά ακόμα και η Ελλάδα όπου ο καπιταλισμός είχε μεν εμπεδωθεί αλλά για δεκαετίες η εξουσία ήταν στα χέρια δικτατόρων.
Και οι ελευθερίες, αυτές που θεωρούνται πλέον του φιλελευθερισμού δεν αποκτήθηκαν με κανένα άλλο τρόπο πλην των εργατικών κινητοποιήσεων, εξεγέρσεων και επαναστάσεων με αρχή των 19ο αιώνα και με «πνευματικό» των Καρλ Μαρξ. Αν κάποιος παρατηρήσει τις απαιτήσεις που εξέφρασαν ο Μαρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο όλες (πλην την κατάργηση της ιδιωτικής περιουσίας) αποτελούν τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε σήμερα.
Αυτό λοιπόν που αποτελεί η Κίνα δεν είναι μαι διαστροφή του καπιταλισμού αλλά μια «χρονο-καψούλα» όπου μπορούμε να δούμε τον τρόπο γέννησης του Καπιταλισμού στην ίδια την Ευρώπη, στον Δυτικό κόσμο. Ενός συστήματος που μπορεί τώρα να συμβαδίζει με την φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά κατ ουδένα λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί αναπόσπαστο ή αναγκαίο κομμάτι του. Και γιατί το λέμε αυτό; Γιατί ακριβώς παρατηρούμε ότι ο Κινεζικός απολυταρχικός καπιταλισμός άρχισε να θεωρείται ως ένας θεμιτός τρόπος διακυβέρνησης και δυνάμει μοντέλο άξιο θαυμασμού και προς μίμηση...επιστροφή στο παρελθόν λοιπόν, όχι του κομμουνισμού αλλά του καπιταλισμού.
ΥΓ: Είναι ένας τύπος που έχασε τα κλειθκιά του και τζιαι γυρέφκει τα κάτω που μια λάμπα. «Εν δαμέ κατάυρα που τά’χασες» ρωτά τον κάποιος. «Όι απλά δαμέ εν πιο εύκολο να κοιτάξω».
Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009
Περί Πιστών, Άπιστων και Υπερ-Πιστών
Τους είπαν Υπερ-Ορθόδοξους, τους αποκάλεσαν δογματικούς, φονταμενταλιστές, ακόμα και Ταλιμπάν. Υπέστησαν τη φυσική βία της Αστυνομίας, τον προαναφερθέντα διασυρμό αλλά ακόμη και την απειλή αφαίρεσης της συμβολικής τους υπόστασης. Ο λόγος για τους λίγους εκείνους ιερείς και πνευματικούς που στάθηκαν εναντίον της διεξαγωγής επίσημου διαλόγου μεταξύ αξιωματούχων της Ρωμαιοκαθολικής και της Κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πώς μπορούμε να θεωρήσουμε την πράξη τους; Γιατί όλοι έσπευσαν να τους κατηγορήσουν χρησιμοποιώντας τους πιο πάνω όρους; Μήπως η όλη αντίδραση στην πράξη τους μπορεί να εννοηθεί ως σημάδι των καιρών; Είναι μια πινακίδα χωρισμένη στα δύο από μια οριζόντια γραμμή.(1) Στο πάνω μέρος της υπάρχει γραμμένο κάτι όπως το εξής: "Ζούμε σε έναν άκρως ανταγωνιστικό κόσμο όπου οι αρχές καταπατούνται, οι ανθρώπινες σχέσεις μετρούνται με το χρήμα και ως εκ τούτου το άγχος κυριεύει την καθημερινή ζωή μας". Πιο κάτω, στο δεύτερο δηλαδή μισό, βλέπουμε γραμμένα τα ακόλουθα: "Ελάτε στη συνάντηση Χάθα Γιόγκα όπου θα καταφέρετε να διώξετε το άγχος, να έρθετε σε επαφή με τον εαυτό που η ζωή σάς υποχρεώνει να κλείσετε μέσα σας και να επιτύχετε ακόμα πιο πολλά στη ζωή σας".
Η πιο πάνω πινακίδα δύναται να αποτελεί την πιο άρτια περιγραφή του ρόλου που επιδιώκεται από πλευράς του φιλελευθερισμού για τη θρησκεία σήμερα. Η θρησκεία είναι αποδεκτή όταν περιοριστεί σε μια ψυχοθεραπευτική λειτουργία, αποτελώντας το εργαλείο με το οποίο τρόπον τινά διώχνουμε τις ενοχές και το άγχος λόγω της συμμετοχής μας στην ηθικά έκπτωτη καθημερινότητα της αγοράς. Και για να προλάβω τη διαμαρτυρία "μα εμείς είμαστε Ορθόδοξοι!..", σκεφτείτε πόσες λειτουργίες γίνονται σε εγκαίνια επιχειρήσεων ή και κατά πόσον ακολουθείτε το λόγο του Χριστού.
Στη βάση λοιπόν της κοσμικής φιλελεύθερης πλέον κοινωνίας, η θρησκεία όταν και εφόσον παραμένει στη λειτουργία της ως μια μορφή ψυχοθεραπείας για τους συμμετέχοντες στην ηθικά διαβρωτική αγορά, ανάγεται σε έναν από τους κυριότερους εκπρόσωπους/παράγοντες της παγκόσμιας κουλτούρας. Αν πάλι η θρησκεία εμμένει στον προμοντερνιστικό της ρόλο ως ορισμένη και ταυτισμένη με μια συγκεκριμένη κουλτούρα και ασκεί κριτική στις διαβρώσεις του δόγματός της και τις ηθικές εκπτώσεις που παρατηρεί να επιτελούνται για χάρη της αγοράς, κατηγορείται ως δογματική, σκοταδιστική και φονταμενταλιστική.
Την περασμένη εβδομάδα όλοι μας παρακολουθήσαμε στους δέκτες μας τη βίαιη καταστολή, τον εξευτελισμό και το διασυρμό μιας ομάδας ιερωμένων και άλλων πιστών ορθοδόξων όταν αυτοί διαμαρτυρήθηκαν και προσπάθησαν να ματαιώσουν τον επίσημο διάλογο μεταξύ της Κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Καθολική με το επιχείρημα ότι αυτό αποτελεί παράδειγμα οικουμενοποίησης στηριγμένης στην αποδοχή των αιρετικών προς την Ορθοδοξία Καθολικών και ως εκ τούτου προδοσία της πίστεως. Άμεσα, μαζί με την αντίδραση του Αρχιεπισκόπου και της επίσημης Εκκλησίας περί αποστασίας (και Υπερ-Ορθοδοξίας[;]) οι πλείστοι των δημοσιογράφων έκαναν αναφορά σε εξτρεμιστές που αρνούνταν το διάλογο και την "αλληλοκατανόηση" των δύο Εκκλησιών.
Σας αφήνω με ένα πραγματικό γεγονός το οποίο αναφέρει ο Ζίζεκ και που το νομίζω διαφωτιστικό της διάθεσης έναντι της πίστεως. Όταν οι Ταλιμπάν κατέστρεψαν τα βουδιστικά αγάλματα στο Μπαμιγιάν, ενώ κανείς στον δυτικό κόσμο δεν είναι βουδιστής, σύσσωμη η Δύση, εν ονόματι της "Παγκόσμιας Κουλτούρας", έκφρασε την απέχθειά της για την καταστροφή των αγαλμάτων. Οι Ταλιμπάν εν αντιθέσει κατέστρεψαν τα αγάλματα επειδή πραγματικά πίστευαν στη θρησκεία τους και ως εκ τούτου τα αγάλματα ήταν πράγματι "είδωλα" αμαρτωλών αλλόθρησκων.
Ανάλογα, στη δική μας περίπτωση, ενώ κανείς εκ των πεφωτισμένων φιλελεύθερων κριτικών πραγματικά δεν πιστεύει στην Ορθοδοξία (εδώ βλ. τόσο την κριτική του Χριστού κατά της ιδιωτικής περιουσίας όσο και εκείνο το περίφημο "μην νομίζετε ότι ήρθα να φέρω ειρήνη στη γη - δεν ήρθα να φέρω ειρήνη αλλά ένα σπαθί") εντούτοις μιλώντας τη γλώσσα της άπιστης φιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, καταδίκασαν αυτούς που πραγματικά πιστεύουν και που ως εκ τούτου θεωρούν ναι, τους αποσχισθέντες, καταρασμένους (κατά τον Κοσμά των Αιτωλό) και τους νυν ηγέτες της Κυπριακής Εκκλησίας πουλημένους στο κεφάλαιο.
1 Το παράδειγμα και το επιχείρημα πάνω στο οποίο θα βασιστεί η θεώρηση του φαινομένου της διαμαρτυρίας των μοναχών (και άλλων) κατά του επίσημου διαλόγου της Ορθόδοξης Κυπριακής και της Καθολικής Εκκλησίας, είναι του φιλόσοφου/ψυχαναλυτή Σλαβόι Ζίζεκ.
ΠΟΛΙΤΗΣ - 01/11/2009, Σελίδα: 38
Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009
Παίζοντας με τις λέξεις: Παίζοντας με τις σκέψεις.
«Συζεύξεις όπως ‘εργατική ειρήνη’ μέσα στα πλαίσια καπιταλισμού κάνουν τα εύθραυστα κόκαλα των γλωσσολόγων να τρίζουν»
Δεν είναι πολλές οι φορές που διαβάζεις κάτι σε εφημερίδα και απορείς μη τυχών και παρεξήγησες τον/την συγγραφέα - μήπως δεν κατάλαβες και το όλο κείμενο είναι Πυθικό ή είναι γραμμένο απλά για να σε κάνει να ακονίσεις τη σκέψη σου, να αντιληφθείς τη θέση σου ακόμα καλύτερα. Και το λέω αυτό καθότι αντιλαμβάνομαι ότι ο ρόλος του Τύπου συνοψίζεται μέσα από το εξής: «Ασκεί κριτική στους ασκούντες εξουσία». Τώρα το ποιος ασκεί την εξουσία μέσα στα πλαίσια της αγοράς είναι νομίζω ηλίου φαεινότερον.
Ο λόγος σήμερα είναι για ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε προ ολίγων ημερών στον «Π» με θέμα τον ρόλο των Συντεχνιών. Ο/Η συγγραφέας του εν λόγω άρθρου λοιπόν μας λέει ότι το δικαίωμα των εργατών να συνδικαλίζονται «δεν είναι το ίδιο με την υπογραφή μιας συλλογικής σύμβασής» - ειδικά μάλιστα όταν ο/η εργοδότης/ρια δεν έχει την δυνατότητα διαπραγμάτευσης της. Επί τούτου, μας λέει ότι οι Συντεχνιακοί όταν αντιστέκονται στην προαναφερθείσα κριτική με το επιχείρημα ότι η άρνηση του/της εργοδότη/τριας να δεχτεί την σύμβαση σημαίνει την άρνηση του/της των δικαιωμάτων των εργαζομένων να συνδικαλιστούν, είναι «εκληματικό» και ότι δύναται να αποτελέσει «μπούμερανγκ» τόσο στις συντεχνίες όσο και στα μέλη τους.
Προς επεξήγηση της προαναφερθείσας του θέσης ο/η εν λόγω συγγραφέας μας παραθέτει το εξής παράδειγμα: Ένας ιδιοκτήτης σπιτιού συμφωνεί με τρεις εργάτες ότι θα τους πληρώσει 1000 ευρώ έκαστος προς την επιτέλεση ενός έργου. Η συμφωνία αυτή φαίνεται να αναιρείται καθότι με τον ερχομό ενός συντεχνιακού οι εργάτες απεργούν ζητώντας περισσότερα δικαιώματα μέσα στα πλαίσια μιας συλλογικής σύμβασης που συνέταξαν οι συντεχνίες με τους εργαζομένους και που καλείται να υπογράψει ο εργοδότης. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η σύμβαση έπρεπε να γίνει κατόπιν διαπραγμάτευσης και ότι εάν και εφόσον οι εργάτες αντιλαμβάνονται ότι τα δικαιώματα τους θίγονται μπορούν να φύγουν. Πέραν τούτου ο συγγραφέας μας λέει ότι εάν ο εργοδότης ήταν γνώστης των επιπτώσεων στο κόστος των εργατών όπως αυτό αυξάνεται μέσω των αιτημάτων της σύμβασης, δύναται να συμφωνούσε χαμηλότερο μισθό με τους εργάτες. Η νουθεσία με την οποία καταλήγει ο συγγραφέας δεν είν’άλλη με αυτήν που παρατέθηκε στο τέλος της προηγούμενης παραγράφου.
Τι μπορούμε να σκεφτούμε σχετικά με τα προαναφερθέντα επιχειρήματα; Κατ’αρχήν αυτό που μπορούμε να αναφέρουμε είναι ότι όπως στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία ο πολίτης αντιπροσωπεύεται από τον/την εκάστοτε βουλευτή/ινα γιατί ο/η τελευταίος/α ενασχολούμενος/η κατά τρόπον αποκλειστικό με τους νόμους της πολιτείας είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τον τρόπο υπεράσπισης και αύξησης και επέκτασης των δικαιωμάτων των πολιτών, έτσι και στα πλαίσια της εργασίας ο/η εργαζόμενος/η αντιπροσωπεύεται από τον Συντεχνιακό/η επειδή ο/η τελευταίος/α γνωρίζει καλύτερα τα «ψιλά γράμματα» των διαδικασιών, συμφωνιών, νομοθεσιών. Όσον αφορά την λειτουργία του/ης, αυτή μπορεί να θεωρηθεί εξίσου σημαντική με αυτή του/ης βουλευτή/ινας καθότι η αρχή της κερδοσκοπίας στην καπιταλιστική ιδεολογία σε σχέση μαζί με την ισχύ του κεφαλαίου κατάφερε και καταφέρνει εξαιρετικά πλήγματα στα δικαιώματα των εργατών και σε επίπεδο νομοθεσίας που απειλεί ακόμα και την επιβίωση τους - προς τούτο σκεφτείτε την παράνομη εργοδότηση μεταναστών χωρίς οι τελευταίοι να απολαμβάνουν την ασφάλεια που απορρέει από τα δικαιώματα των εργαζομένων και την υπεράσπιση αυτών από τις συντεχνίες. Παράδειγμα ειδικά προς το τελευταίο δύναται να αποτελεί και το παράδειγμα του συγγραφέα. Οι εργάτες μπορεί να είναι απροστάτευτοι μετανάστες ή εργολάβοι που εργοδοτούν μετανάστες χωρίς την απαραίτητη προστασία.
Εν τέλει πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η λεγόμενη «εργατική ειρήνη» δεν αποτελεί τίποτα παρά την τραγελαφική ανοχή από πλευράς των εργατών για το περιορισμό των δικαιωμάτων τους ως προς την ιδιοκτησία από τους ιδίους των μέσων παραγωγής και της συνεχή υφαρπαγή των δικαιωμάτων και των μέσων διαβίωσης των – κάτι που άλλωστε παρατηρούμε πιο έντονα από το 1970 και ύστερα. (Ασφαλώς αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας είναι η σοσιαλιστική πολιτική που υιοθετήθηκε ως προς τις τράπεζες). Οπότε η όποια αντίσταση των εργατών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δηποτ’άλλο παρά αυτό που είπαμε ότι είναι: αντίσταση.
ΥΓ: Η περίπτωση του/της συντεχνιακού να κάνει πλάτες σε εργοδότη είναι ανάλογη του γιατρού που κάνει βασανιστήρια. Και όταν ασφαλώς πρόκειται για μια τέτοια περίπτωση δεν κάνεις κριτική στην ιατρική αλλά στον ιατρό – και όσο για τις επιπτώσεις των πράξεων του, καταρχήν μπορείς να τον/την αφήσεις μπροστά από αυτούς που βασάνισε.
Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009
Για την πρόταση στήριξης της απεργίας στο Cafe la mode – Συντακτική ομάδα φάλιες
Όχι στον καφέ της αδιαλλαξίας και του
- Η απεργία στο Cafe la mode στην Λεωφόρο Ακροπόλεως στη Λευκωσία δεν είναι ούτε μικρή ούτε ασήμαντη. Δεν αφορά μόνο τους απεργούς, ή μόνο τους υπαλλήλους του συγκεκριμένου εργοδότη. Αφορά άμεσα όλους τους υπαλλήλους των κέντρων αναψυχής και κατ' επέκταση ολόκληρη την εργατική τάξη καθώς το διακύβευμα δεν είναι απλά η μισθοδοσία στη συγκεκριμένη επιχείρηση αλλά το ίδιο το δικαίωμα της συνδικαλιστικής δράσης και της εφαρμογής της υφιστάμενης κλαδικής συλλογικής σύμβασης.
- Ως μια απεργιακή κινητοποίηση που διεξάγεται από μια μιχτή ομάδα εργαζομένων, ειδικευμένων και ανιδείκευτων, Κυπρίων και μεταναστών, αντρών και γυναικών έχει την ιδιαίτερη της σημασία. Αποτελεί παράδειγμα υπέρβασης των εσωτερικών διαχωρισμών της εργατικής τάξης μέσα από τις διαδικασίες της οργανωμένης πάλης.
- Η αδιαλλάχτη στάση της εργοδοσίας μέσα από την άρνηση της να διαπραγματευτεί με τους εργαζόμενους και μέσα από την προσπάθεια της να ποινικοποιήσει την απεργία συνιστά πρόκληση, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Δεν πρόκειται για κάποια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, αλλά για τον όμιλο εταιρειών Voici la mode (6 καταστήματα Marks and Spencer, 3 καταστήματα CELIO στην Λευκωσία και 2 στην Λεμεσό, 4 Cafe la mode και άλλες μικρές επιχειρήσεις) που εργοδοτεί συνολικά 300 ανθρώπους. Και έχοντας επίγνωση της οικονομικής της εξουσίας η εργοδοσία συμπεριφέρεται με αυταρχισμό. Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει είναι η γλώσσα του κέρδους. Ας της μιλήσουμε με αυτή τη γλώσσα αφού δεν σέβεται αυτούς που παράγουν τα κέρδη της.
Καμιά ενίσχυση στις επιχειρήσεις του ομίλου εταιρειών Voici la mode.
Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009
Σωματ-αγορά και Κυπριακή Πραγματικότητα.
Είχα μόλις φτάσει στην Κύπρο από τις σπουδές μου και ένας φίλος με προσέλαβε για να βοηθήσω στην διεκπεραίωση μιας έρευνας για την εμπορία γυναικών στην Κύπρο. Η δουλειά μου ήταν να ανιχνεύω άτομα τα οποία ήταν θαμώνες των ούτω καλούμενων «καμπαρέ» - εφόσον εδώ είναι κατά κύριο λόγο που κανείς βρίσκει θύματα εμπορίας - και να τους παίρνω συνέντευξη προσπαθώντας να εξακριβώσω τους παράγοντες εκείνους που δύναται να εξηγούσαν την ύπαρξη «ζήτησης» για τα συγκεκριμένα «προιόντα» που εμπορεύονται οι εν λόγω επιχειρήσεις.
Δεν άντεξα για πολύ. Η ουδετερότητα βλέπετε, που έπρεπε να επιδεικνύω άρχισε να μου προκαλεί κατάθλιψη - δεν μπορούσα ούτε να φτύσω, ούτε να βρίσω ούτε και να καταγγείλω τους καλούς κυρίους που δεχόντουσαν να απαντήσουν τα ερωτηματολόγια μου.
Και έχω αποδώσει σημασία στο προαναφερθέν «καλοί κύριοι» - θαμώνες των «καμπαρέ» - γιατί πολύ απλά οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι άλλοι από τον μέσο Κύπριο: σύζυγοι, πατεράδες, θείοι, αδερφοί, φίλοι - ο καλός ο κύριος της διπλανής πόρτας, ο «θείος ο Χ» που τον θυμάσαι από μικρό/η να σε παίρνει περίπατο και να σου κάνει αστεία. Ο κομπασμός τους, τα ηλίθια μειδιάματα που επιζητούσαν κάποια υποστήριξη από μέρους μου ως «άντρας»/«άδρωπος», τα επαίσχυντα ελαφριά χαμόγελα ενοχής και οι κυνικές επεξηγήσεις καταντούσαν πολύ αηδιαστικές για να τις καταπιώ.
Πότε προλάβαμε να γίνουμε μια τέτοια κοινωνία; Πότε η μεταχείριση του άλλου ως αντικείμενο παρείσρφησε στην θεώρηση μας για τον κόσμο; Πότε το σκλάβωμα ανθρώπων έγινε αποδεκτό; Πότε οι γυναίκες της Κύπρου λησμόνησαν το δικό τους ιστορικό παρελθόν όταν η οικονομική δυσπραγία τις υποχρέωνε να σκλαβώνουν τους εαυτούς στις ορέξεις αντρών γαλουχημένων με τις πλέον σεξιστικές αρχές; Πως μπορούμε να εννοήσουμε την συνεργασία ατόμων ταγμένων στην υπηρεσία του λαού με τους εν λόγω τύραννους/εγκληματίες;
Εδώ είναι που μια αναφορά στον σεξισμό, ρατσισμό και νεοφιλελευθερισμό που χαρακτηρίζει την Κυπριακή κοινωνία μπορεί να καταστεί διαφωτιστική.
Είναι γεγονός ότι στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, πολλές ήταν οι Κύπριες που λόγω της φτώχειας και των σεξιστικών/πατριαρχικών δομών της κοινωνίας δεν είχαν άλλη ευκαιρία για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τις ίδιες και τα παιδιά τους από το να δουλέψουν ως πόρνες. Οι πελάτες τους δεν ήταν άλλοι από τους συμπατριώτες τους και άλλους που ζούσαν στην Κύπρο. Αυτό όμως το γεγονός αποσιωπάται από την κυρίαρχη αφήγηση της ιστορίας η οποία θέλει την γυναίκα της Κύπρου να υποφέρει μόνο έμμεσα μέσον του άντρα και των παιδιών της με μόνο υπεύθυνο τον εκάστοτε ιμπεριαλιστή αποικιοκράτη... βλέπεται, η αλληλεγγύη στην Κυπριακή κοινωνία θεωρείται πάντα δεδομένη.
Ως εκ τούτου η Κύπρος ως νήσος των Αγίων, παρουσιάζεται ως μια ιστορικά ηθικά αμόλυντη χώρα όπου θέματα όπως η ισότητα των φύλων, ο σεξισμός και ο ρατσισμός αποσιωπούνται. Η κυρίαρχη Εθνικιστική ιδεολογία βλέπετε δεν είναι μια που μπορεί να θεωρήσει την άλλη αναγκαία πλην αηδιαστική πλευρά της. Τι εννοώ μ’αύτο; Ότι η μόνη προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός καθαρού «εμείς» έγκειται στην θεώρηση του άλλου ως εισβολέα, εχθρού και ως εκ τούτου αναλώσιμου. Την ίδια στιγμή ο σεξισμός που εμπεριέχεται στην συγκεκριμένη θεώρηση πραγμάτων (την θεώρηση της γυναίκας ως υποδιέστερη, όχι ίση με τον άντρα) θεωρείται θεμιτός πλην όμως όχι στην όποια εμφανή έκφραση του.
Το πρόβλημα λοιπόν έγκειται σε αυτό ακριβώς το γεγονός. Ο Κύπριος άντρας γαλουχημένος με τις πλέον σεξιστικές ιδέες, ρατσιστής με βίαιες τάσεις και επί του παρόντος ηθικολογικά συνεπικουρούμενος από την νεοφιλελεύθερη αντίληψη της πραγματικότητας (όπου η αγορά αποτελεί την μόνη ρυθμιστική αρχή της οποιασδήποτε πράξης) από τη μια εγκλωβίζεται από την ανάγκη της παράστασης που πρέπει να διατηρήσει ως σύγχρονός και καλά Ευρωπαίος αλλά από την άλλη έχει ανάγκη την ύπαρξη «αντικειμένων» πάνω στα οποία να εκφράσει τις σεξιστικές, ρατσιστικές και εξουσιαστικές του διαθέσεις.

