Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Παίζοντας με τις λέξεις: Παίζοντας με τις σκέψεις.

«Συζεύξεις όπως ‘εργατική ειρήνη’ μέσα στα πλαίσια καπιταλισμού κάνουν τα εύθραυστα κόκαλα των γλωσσολόγων να τρίζουν»

Δεν είναι πολλές οι φορές που διαβάζεις κάτι σε εφημερίδα και απορείς μη τυχών και παρεξήγησες τον/την συγγραφέα - μήπως δεν κατάλαβες και το όλο κείμενο είναι Πυθικό ή είναι γραμμένο απλά για να σε κάνει να ακονίσεις τη σκέψη σου, να αντιληφθείς τη θέση σου ακόμα καλύτερα. Και το λέω αυτό καθότι αντιλαμβάνομαι ότι ο ρόλος του Τύπου συνοψίζεται μέσα από το εξής: «Ασκεί κριτική στους ασκούντες εξουσία». Τώρα το ποιος ασκεί την εξουσία μέσα στα πλαίσια της αγοράς είναι νομίζω ηλίου φαεινότερον.

Ο λόγος σήμερα είναι για ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε προ ολίγων ημερών στον «Π» με θέμα τον ρόλο των Συντεχνιών. Ο/Η συγγραφέας του εν λόγω άρθρου λοιπόν μας λέει ότι το δικαίωμα των εργατών να συνδικαλίζονται «δεν είναι το ίδιο με την υπογραφή μιας συλλογικής σύμβασής» - ειδικά μάλιστα όταν ο/η εργοδότης/ρια δεν έχει την δυνατότητα διαπραγμάτευσης της. Επί τούτου, μας λέει ότι οι Συντεχνιακοί όταν αντιστέκονται στην προαναφερθείσα κριτική με το επιχείρημα ότι η άρνηση του/της εργοδότη/τριας να δεχτεί την σύμβαση σημαίνει την άρνηση του/της των δικαιωμάτων των εργαζομένων να συνδικαλιστούν, είναι «εκληματικό» και ότι δύναται να αποτελέσει «μπούμερανγκ» τόσο στις συντεχνίες όσο και στα μέλη τους.

Προς επεξήγηση της προαναφερθείσας του θέσης ο/η εν λόγω συγγραφέας μας παραθέτει το εξής παράδειγμα: Ένας ιδιοκτήτης σπιτιού συμφωνεί με τρεις εργάτες ότι θα τους πληρώσει 1000 ευρώ έκαστος προς την επιτέλεση ενός έργου. Η συμφωνία αυτή φαίνεται να αναιρείται καθότι με τον ερχομό ενός συντεχνιακού οι εργάτες απεργούν ζητώντας περισσότερα δικαιώματα μέσα στα πλαίσια μιας συλλογικής σύμβασης που συνέταξαν οι συντεχνίες με τους εργαζομένους και που καλείται να υπογράψει ο εργοδότης. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η σύμβαση έπρεπε να γίνει κατόπιν διαπραγμάτευσης και ότι εάν και εφόσον οι εργάτες αντιλαμβάνονται ότι τα δικαιώματα τους θίγονται μπορούν να φύγουν. Πέραν τούτου ο συγγραφέας μας λέει ότι εάν ο εργοδότης ήταν γνώστης των επιπτώσεων στο κόστος των εργατών όπως αυτό αυξάνεται μέσω των αιτημάτων της σύμβασης, δύναται να συμφωνούσε χαμηλότερο μισθό με τους εργάτες. Η νουθεσία με την οποία καταλήγει ο συγγραφέας δεν είν’άλλη με αυτήν που παρατέθηκε στο τέλος της προηγούμενης παραγράφου.

Τι μπορούμε να σκεφτούμε σχετικά με τα προαναφερθέντα επιχειρήματα; Κατ’αρχήν αυτό που μπορούμε να αναφέρουμε είναι ότι όπως στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία ο πολίτης αντιπροσωπεύεται από τον/την εκάστοτε βουλευτή/ινα γιατί ο/η τελευταίος/α ενασχολούμενος/η κατά τρόπον αποκλειστικό με τους νόμους της πολιτείας είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τον τρόπο υπεράσπισης και αύξησης και επέκτασης των δικαιωμάτων των πολιτών, έτσι και στα πλαίσια της εργασίας ο/η εργαζόμενος/η αντιπροσωπεύεται από τον Συντεχνιακό/η επειδή ο/η τελευταίος/α γνωρίζει καλύτερα τα «ψιλά γράμματα» των διαδικασιών, συμφωνιών, νομοθεσιών. Όσον αφορά την λειτουργία του/ης, αυτή μπορεί να θεωρηθεί εξίσου σημαντική με αυτή του/ης βουλευτή/ινας καθότι η αρχή της κερδοσκοπίας στην καπιταλιστική ιδεολογία σε σχέση μαζί με την ισχύ του κεφαλαίου κατάφερε και καταφέρνει εξαιρετικά πλήγματα στα δικαιώματα των εργατών και σε επίπεδο νομοθεσίας που απειλεί ακόμα και την επιβίωση τους - προς τούτο σκεφτείτε την παράνομη εργοδότηση μεταναστών χωρίς οι τελευταίοι να απολαμβάνουν την ασφάλεια που απορρέει από τα δικαιώματα των εργαζομένων και την υπεράσπιση αυτών από τις συντεχνίες. Παράδειγμα ειδικά προς το τελευταίο δύναται να αποτελεί και το παράδειγμα του συγγραφέα. Οι εργάτες μπορεί να είναι απροστάτευτοι μετανάστες ή εργολάβοι που εργοδοτούν μετανάστες χωρίς την απαραίτητη προστασία.

Εν τέλει πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η λεγόμενη «εργατική ειρήνη» δεν αποτελεί τίποτα παρά την τραγελαφική ανοχή από πλευράς των εργατών για το περιορισμό των δικαιωμάτων τους ως προς την ιδιοκτησία από τους ιδίους των μέσων παραγωγής και της συνεχή υφαρπαγή των δικαιωμάτων και των μέσων διαβίωσης των – κάτι που άλλωστε παρατηρούμε πιο έντονα από το 1970 και ύστερα. (Ασφαλώς αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας είναι η σοσιαλιστική πολιτική που υιοθετήθηκε ως προς τις τράπεζες). Οπότε η όποια αντίσταση των εργατών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δηποτ’άλλο παρά αυτό που είπαμε ότι είναι: αντίσταση.

ΥΓ: Η περίπτωση του/της συντεχνιακού να κάνει πλάτες σε εργοδότη είναι ανάλογη του γιατρού που κάνει βασανιστήρια. Και όταν ασφαλώς πρόκειται για μια τέτοια περίπτωση δεν κάνεις κριτική στην ιατρική αλλά στον ιατρό – και όσο για τις επιπτώσεις των πράξεων του, καταρχήν μπορείς να τον/την αφήσεις μπροστά από αυτούς που βασάνισε.