Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

‘Η βενζίνη που βάζουμε είναι «βρώμικη»’, το ξέρεις;

Γράφω στον απόηχο της απεργίας των πωλητών καυσίμων. Θα αναφερθώ όμως στο συμβάν αυτό γιατί χάριν του, την τελευταία εβδομάδα έχω γίνει μάρτυρας ενός πρωτοφανούς – για μένα τουλάχιστον γεγονότος: ενώ η κυβέρνηση προέβηκε στην επιβολή ανωτάτου τιμής πωλήσεως των καυσίμων στους λιανοπώλες του αγαθού αυτού, εντούτοις η κομματική δεξιά αντί να αρχίσει να φωνασκεί κατά της κυβέρνησης καθότι επεμβαίνει στην ελεύθερη αγορά, άρχισε να καλεί για φορολόγηση και των εταιρειών εισαγωγής των καυσίμων στη Κύπρο κάνοντας συνάμα υποθέσεις για πιθανή ύπαρξη διαπλοκής μεταξύ κυβέρνησης και μεγάλου κεφαλαίου. «Σημεία και τέρατα» θα σκέφτεστε. Την ίδια στιγμή πολλοί επιφανείς άρχισαν να ειρωνεύονται την πολιτική αυτή κάνοντας αναφορές στον καλό εκείνο καιρό που το κράτος επέβαλλε ανώτατες τιμές σε διάφορα προϊόντα ως αναχρονιστική πολιτική. Αδυνατώντας στην αρχή να καταφέρω εκείνο που αναφέρει ο Τζέημσον «γνωστική χαρτογράφηση» είπα να επιστρέψω σε εκείνη την αέναη, οικουμενική πηγή αλήθειας, τα «ανέκδοτα». Είναι λοιπόν δύο «ανέκδοτα» - γνωστά στη κεντρική και ανατολική Ευρώπη - στα οποία έχει αναφερθεί ο φιλόσοφος/ψυχαναλυτής Ζίζεκ πολλές φορές. Θα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σας γιατί νομίζω μπορούμε να καταλάβουμε πολλά για την κατάσταση μας, κοιτάζοντας την μέσα από τα μάτια των ιστοριών αυτών.
Ήταν, που λέτε τον καιρό που οι Τατάροι επικρατούσαν στη περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Ρωσία. Ένα νεαρό ζευγάρι περπατούσε αμέριμνα στο δρόμο όταν ένας Τατάρος έφιππος τους προσέγγισε και διέταξε την γυναίκα να κάνει σεξ μαζί του. Συν αυτού, διέταξε τον σύζυγο της πως, σαν αυτός βίαζε την γυναίκα του, ο ίδιος θα έπρεπε να κρατούσε τ’ αρχίδια του ώστε να μην σκονίστουν. Σαν λοιπόν ο έφιππος τέλειωσε ότι έκανε και έφευγε, ο σύζυγος άρχισε να γελάει δυνατά. «Πως τολμάς να γελάς μετά που αυτό που έγινε;!» των ρωτά η σύζυγος του. «Ξέρεις, δεν του κρατούσα τ’αρχίδια και τώρα είναι γεμάτα σκόνες!»
Το δεύτερο «ανέκδοτο» έχει ως εξής. Μια φορά ήταν ένας τύπος που μπήκε σε ένα μπαράκι για ένα ποτό. Κάθισε στο μπαρ, είπε καλησπέρα και παρήγγειλε ένα ουίσκι, με πάγο. Μόλις τον σέρβιρε ο μπάρμαν, ο πίθηκος του τσιγγάνου ο οποίος καθόταν στην αριστερή γωνιά του μπαρ, πετάχτηκε και μπροστά στα ‘έντρομα’ μάτια του πελάτη έβαλε τ΄αρχίδια του μέσα στο ουίσκι. Ο τύπος μας, έξαλλος, σπρώχνει τον πίθηκο μακρυά, γνέφει έντονα στον ιδιοκτήτη του και παραγγέλνει ένα ακόμα ουίσκι. Δεν πρόλαβε όμως το ποτήρι να αγγίξει το μπαρ και...μια-δυο ο πίθηκος ξαναπετάγεται και βάζει τ’αρχίδια του μες το ποτήρι. Ο τύπος δεν άντεξε: όσο τρομακτικός κι αν έμοιαζε ο τσιγγάνος του έμπηξε τις φωνές: «Να σου πώ! Ξέρεις, ο πίθηκος σου βάζει τ’αρχίδια του μες το ουίσκι μου;!». Ο τσιγγάνος σηκώθηκε, κάνει δυο βήματα, ξεκρεμμάει το βιολί απ’ τον ώμο και - με συνοδεία τον πίθηκο να χορεύει - αρχίζει να τραγουδά: «Ξέρεις, ω, ξέρεις/ ο πίθηκος βάζει τ’αρχίδια στο ποτήρι/ ξέρεις, ω ξέρεις....».
«Τι με τις αντιδράσεις στην πολιτική της κυβέρνησης;» θα σκέφτεστε. Κι όμως, μήπως οι κριτικοί της πολιτικής της κυβέρνησης δεν πράττουν όπως τον σύζυγο στο πιο πάνω ανέκδοτο; Ασκούν κριτική της κυβέρνησης ότι η πολιτική της είναι «βρώμικη»- υπαινισσόμενοι διαπλοκή με το κεφάλαιο όπως ακριβώς και ο σύζυγος απαντά στις φωνές τις γυναίκας του ότι αυτός δεν έκανε τίποτε για να σταματήσει τον βιασμό και γελάει: «Τ’αρχίδια του/η πολιτική τους είναι βρώμικα/η». Ποιος ο ελέφαντα στο δωμάτιο; Εάν ο σύζυγος ήθελε να σώσει την γυναίκα από τα χέρια του βιαστή της τότε θα επέβαινε και θα του κάρφωνε το μαχαίρι...όπως και οι κριτικοί της κυβέρνησης. Εάν ενδιαφερόντουσαν πραγματικά για τον βιασμό του λαού από το κεφάλαιο το οποίο παρεισφρέει στην κυβερνητική πολιτική, τότε θα καταλάβαιναν ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού αυτή η διαπλοκή είναι εγγενείς...το κράτος, στον καπιταλισμό είναι ένας άλλος καπιταλιστικός οργανισμός...Τι πρέπει να κάνουν; Ίσως αυτό που πραγματικά θα έκαναν εάν το ενδιαφέρον τους ήταν ειλικρινές.
«Και τι με αυτό με τον πίθηκο;» Θα σκέφτεστε. Για σκεφτείτε το λίγο. Ο κυνικός χαρακτήρας τι σου απαντά σαν του/της πεις το βάσανο σου; «Πρέπει να το δεχτείς, δεν κάνει να αντιστέκεσαι, έτσι είναι η ζωή». Όπως ακριβώς και ο τσιγγάνος απαντά στον θαμώνα σαν αυτός του κάνει παράπονο για την συμπεριφορά του πιθήκου του.
Και κάτι τελευταίο. Αν λάβουμε υπόψιν την δεξιά ιδεολογικά πολιτική που υποστηρίζει την συνεργασία ιδιωτικού κεφαλαίου και κρατικού κεφαλαίου ή και την ιδιωτικοποίηση των πάντων δεν είναι δυνατόν να ζούμε το ανέκδοτο όπου ο σύζυγος, μετά το παράπονο της γυναίκας ότι δεν αντέδρασε και γελούσε, αυτός αρχίζει να τραγουδά "Γιατί δεν αντέδρασες και γελούουουουουσες;"